Καλώς ήλθατε στον Ενεργό Δημότη

Τρίτη 20 Φεβρουαρίου 2018
    
Αρχική ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΠΕΡΙ ΛΟΓΟΥ & ΤΕΧΝΗΣ Ο Εφιππος Ντανταϊστής

Ο Εφιππος Ντανταϊστής

Στην αρχή ακούστηκε ο κροταλισμός πετάλων πάνω στο λιθόστρωμα της Ιστορίας.

 

Ήταν ο έφιππος ενεργειακός άγγελος, περιβεβλημένος ένα κατά περίσταση ανθρώπινο δέμας πολέμαρχου, που οι οπλές τ’ αλόγου του πατώντας σ’ αίματα από δρώμενα και σπώντας τα κέλευθα από οστά τολμηρών πεσόντων, σήκωναν τη σποδό τους μεσούρανα, στην καρδιά του στρόβιλου του γενετικού κώδικα.
Εκεί σχηματίζονταν οι συνδυασμοί μορφών από νέους θνητούς αλλά και ημίθεους ήρωες. Κι αυτό, μολονότι στο μπαϊράκι του απόκοσμου κυμάτιζε το σύμβολο της φαντασίωσης, αφού  και το πιο αχαλίνωτο ξεσήκωμα της διάνοιας δεν μπορεί να σπάσει τα δεσμά του χώρου που θα καλπάσει. Είναι εκείνος των απτών δρώμενων και της εμπειρίας.
Η τρομώδης θέα του εσώτερου ενός σπόρου πριν η εγκυμοσύνη του εκραγεί διεκδικώντας το εγώ της ζωής, είναι μια κόλαση ποικίλης ενέργειας από το «φόνευσε για να επιβιώσεις» μέχρι το πιο εκλεπτυσμένο «γιατί» και το δεσμευτικό «δια ταύτα».
Και ξάφνου σκάει το «πουθενά», μιλαδέλφι του «τίποτα».
Η  προσγείωση στην καθημερινότητα. Στους οχετούς, έχουν απορριφθεί λεγεώνες από κύτταρα στην αέναη μετάλλαξη μας. Πόσες προσπάθειες το καθένα τους για μια τάξη καθιέρωσης υπέρτατων αξιών που η αρχαγγελική ρομφαία κατακρήμνισε στα Τάρταρα – στα βάραθρα της αβύσσου!
 Η ματιά μας, καλπάζοντας μπροστά κι από το νου, έχει αλλάξει χώρο κι ουρανό. Υπάρχουμε άραγε στη διηνεκή αλλαγή, ή στην παγίωση μιας θέσης; Μιας παγωμένης στάσης στο βάθρο του σύμπαντος;
Σταματήστε επί τέλους αυτό το ρολόι. Δεν το κατανοώ όταν τρέχει. Θέλει διαρκώς να μου θυμίσει πως κι ο χρόνος τρέχει. Τότε ποιος θα ’μαι εγώ και το ρολόι, στον επόμενο κτύπο, μες στο καρναβάλι της συνεχούς μεταστοιχείωσης!
Το ’βρήκα! Θα γίνω Μέγας Μαθηματικός για να προσφωνώ τον εαυτό μου με τα ποικίλα ονόματα του στην όποια δεδομένη στιγμή. Θα μπορώ να τον ξετρυπώνω με τύπους που θα μου βγάζουν το αποτέλεσμα, ποιος τάχατες υπήρξα το κυριακάτικο πρωινό του καφενέ, κάτω από το άγρυπνο βλέμμα της κατήχησης στη χριστιανική Συναγωγή;
Ένας χρωματισμός τελικά στην οθόνη, θα λέει κατόπιν εμβριθούς ανάλυσης των στοιχείων, αν είμαι αποδεκτός ή απορριπτέος. Μη με ρωτήσετε στη βάση ποιών αρχέτυπων. Αυτά τα δίνει ο υπολογιστής. Υπάρχει η διακύβευση ανάμεσα στο εργοστάσιο παραγωγής αξιών και στη Συναγωγή που λέγαμε. Η κυρία τι κάνει; Καλά; Πάλι έγκυος! Καλή λευτεριά από την κοιλιά της, στην κοιλιά της κοινωνίας. Αυξάνεστε και πληθύνεστε και κατακυριεύσατε την γη, έως ότου, μη έχοντας τι άλλο να κάνετε, τρώγοντας ο ένας τον άλλον ποικιλοτρόπως κι αιμομικτικά, να τινάξετε τον τάλα πλανήτη στο κενό μεσοδιάστημα της υπέρτατης σκέψης, το γεμάτο από τίποτα.   Είπατε φαύλος ο κύκλος; Ατέρμων κοχλιόφαυλος. Δεν το πιάσατε! Τα σεβάσματα μου. Γειά.

Γιώργης  Σακκάς

ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ
Τι καιροί! Τι καιροί! – Τραγουδάει ο τρελός –
και που μ’ έχει ο πικρόχολος νους μου πια αδειάσει!
Σε Καιάδες σ’ Ερέβη στον Άδη απολωλώς
στων καιρών το φαράσι.

Το άνυδρο μου κορμί κούφιος κρότος, καθώς
το χεις, κτύπε του Χρόνου στητό τουμπανιάσει.
Τρέχουν ‘πάνω ποτάμια από εικόνες και φως
‘μπρος μου βούρκο έχεις μάσει.

Κι’ απ’ τη φύτρα σου, ω! Πόλη που σου πότισε ιδρώς
σα τα κίτρινα φύλλα η ψυχή μου να φτάσει
μ’ ένα αγέρι, προσμένει, ίσως κάποτε ως
τ’ ατρικύμιστα δάση.

Έτσι πάω και τραβώ δίχως να ξέρω, εμπρός
μέχρις όπου είν’ το βήμα γραφτό ν’ αποστάσει,
με ταγό, το γιατί τ’ αναπάντητο προς
της Σελήνης μια χάση.
Γιώργης  Σακκάς

 

Ο ΛΥΚΟΣ ΚΙ’ Ο ΣΚΥΛΟΣ
Έμμετρη ρίμα
(Παραλλαγή)
σε Αισώπειο Μύθο

Όλα κρουστάλλιασε τριγύρα ο πάγος.
Πεινάει ο δύσμοιρος λύκος, κρυώνει.
Απέλπιδη η μουσούδα του στο χιόνι
για ρίζες σκάβει – έστω και φυτοφάγος

Σε μια στροφή της περιπλάνησης του
ζυγώνει σε καλοφραγμένο κτήμα.
Πόσοι χειμώνες παν’, μνήμης αλήστου
πετσί και κόκκαλο, πλάνης. Τι κρίμα!

Θρεμμένος νιος, που ο λύκος του είναι θείος
και που δεν λέει η περδικούλα του αναιτίως
εχθρούς να κάμει, αφού δεν του _χει λάχει
ποτέ να κοιμηθεί μ’ άδειο στομάχι

τον ορμηνεύει ευθύς, καλοσυνάτος.
Πας στο χιονιά! Ρε θειέ δυστυχισμένε.
Μαλλιάζει η πέτρα, ακύμαντος ο πάτος
που τηνε σκέπει. Κι’ όπου τρώγεις, μένε.

Ε να! Το νυχτοφύλακα θα κάνεις.
Κι’ ολημερίς, χορτάτος θα προκάμεις
ύπνο όσο θες μες στο σκυλόσπιτο, χουζούρι
με τροφαντά μούσκουλα, αφράτη μούρη.

Από βραδύς, σα ροβολάν’ στη στάνη
που σαλαγάνε οι μπιστικοί, τα γίδια
ο αφέντης μια βαθιά θε να σου βάνει
γαβάθα μ’ αχνιστά, παχιά κοψίδια.

Ε! Λίγη αξιοπρέπεια δα! δε βλάπτει
και στυλ, καλέ εδώ γράφεται ιστορία.
Μη τον προδώσουνε τα σάλια του με δαύτη
που ‘λαχε, την ανέλπιστη ευκαιρία.

Κι’ όπως, αδιάφορος απ’ όσ’ άκουγε, τάχα!
κάποια στιγμή τον ανεψιό ρωτάει,
στο σβέρκο του από τι ‘ναι το σημάδι;

Ξέχασα! Αμολυτό έχουνε μονάχα,
το σκύλο νύχτα, γίδια όσο φυλάει.
Στη λαιμαριά δετός μένει ως το βράδυ.

Ας το βρε γιε μ’, τα λέμε μι’ άλλη ‘μέρα.
Όχι πως είναι κάτι δα που επείγει!
Και στα γνωστά βουνά στρέφοντας, πέρα
πιλάλα ο λύκος, όπου φύγει-φύγει.


Γιώργης  Σακκάς

 

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΠΟ ΤΟ FORUM

Διαφήμιση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:


Για άμεση ενημέρωση συμπληρώστε το email σας για να εγγραφείτε στο Newsletter του ΕΝΕΡΓΟΥ ΔΗΜΟΤΗ.

Αναζήτηση άρθρων

Συνδεδεμένοι

Έχουμε 28 επισκέπτες συνδεδεμένους

Γιορτάζουν