Καλώς ήλθατε στον Ενεργό Δημότη

Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 2018
    
Αρχική ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΠΕΡΙ ΛΟΓΟΥ & ΤΕΧΝΗΣ ΜΑΡΣΕΛΙΝ ΒΑΛΜΟΡ (1785 - 1859).

ΜΑΡΣΕΛΙΝ ΒΑΛΜΟΡ (1785 - 1859).

Γεννήθηκε στο Ντουαί της Φλάντρας, από πατέρα ζωγράφο - επιχρυσωτή. Μικρό κοριτσάκι, και πριν καλά καλά μάθει γράμματα, αναγκάσθηκε να βγει στο θέατρο και να γίνει ηθοποιός, παίζοντας ρόλους ενζενύ.

 

Γράφει και επιμελείται
η Τούλα Σουβαλιώτη-Μπούτου
Ιατρός
Έφορος «Φιλολογικού»
του Πειραϊκού Συνδέσμου
Θεατρικός Συγγραφέας – Ποιήτρια

Μ' αυτό τον τρόπο η μικρή Μαρκελίνα δεν κέρδιζε μόνο το ψωμί της, αλλά γνώρισε περιοδεύοντας τη Γαλλία, για να φθάσει μέχρι την Ιταλία, με συνοδεία πάντα τη μητέρα της Αικατερίνη Ντε-μπόρ.
Σιγά σιγά τα καλλιτεχνικά ταξίδια της Μαρκελίνας, με διάφορους θιάσους της στιγμής, επεκτάθηκαν και πέρα απ' τον ωκεανό, ως την Αμερική. Σε μια τέτοια τουρνέ, στη Γουαδελούπη, η μητέρα και συνοδός της Μαρκελίνας πέθανε από κίτρινο πυρετό και ορφανή πια η νεαρή ποιήτρια, φτωχή και κατατρεγμένη, γύρισε στη Γαλλία, για να συνεχίσει την εργασία της στο θέατρο, αυτή τη φορά σαν χορεύτρια, καρατερίστα και τραγουδίστρια.
Σαν κωμική ηθοποιός είχε φαίνεται επιτυχία, γιατί σύντομα οι αρμόδιοι την πρόσεξαν, για να την προσλάβουν στα 1804, και σε ηλικία μόλις 18 χρονών, στην 'Όπερα Κωμίκ του Παρισιού, όπου εργάστηκε μέχρι τα 1815. Από κει η Ντεμπόρ βρίσκεται στις Bρυξέλλες να παίζει σε διάφορα θέατρα με μια φήμη κάπως στερεωμένη. Εκεί γνωρίζεται και παντρεύεται με τον μέτριο και κατά επτά χρόνια νεότερο της ηθοποιό Ιππόλυτο Βαλμόρ.
Ο γάμος αυτός δεν την ικανοποίησε ποτέ, γιατί η ποιήτρια αγαπούσε κρυφά και δίχως ανταπόκριση τον γνωστό τότε συγγραφέα Ερρίκο ντε Λατούς. Ο συζυγικός της βίος ήταν άτυχος και μια άδικη μοίρα την κυνηγά και την καταθλίβει. Γονατισμένη απ' τις οικογενειακές υποχρεώσεις, και αναγκασμένη να φροντίζει τα δύο παιδιά, που απόκτησε με τον Βαλμόρ, αποσύρεται ένα μεγάλο διάστημα από το θέατρο. Αυτή την εποχή, ο θάνατος τής παίρνει διαδοχικά και τα δυο της κοριτσάκια. Ο σπαραγμός και το διπλό πένθος τη ρίχνουν σε αληθινή άβυσσο απόγνωσης, μέσα στην οποία, μοναδική αχτίδα και άγκυρα είδε την αγαπημένη της λύρα, που από μικρό παιδί χρησιμοποιούσε, συνθέτοντας ωραίους, έξυπνους, τρυφερούς και ευτράπελους στίχους, που συχνά αυτοσχεδίαζε και απάγγελλε από τη σκηνή.
Έτσι η Μαρκελίνα αφοσιώνεται στη Μούσα, πού τροφοδοτούν πλούσια οι ανεκπλήρωτοι πόθοι της, ο απραγματοποίητος μεγάλος της έρωτας, το πένθος της και η μοναξιά της. Τραγουδώντας η ποιήτρια εύρισκε τη χαρά εκείνη που μάταια είχε ζητήσει κι ελπίσει να βρει στη ζωή, και από τότε οι στίχοι της στόλιζαν τη ζωή της, μια ζωή ταλαιπωρημένη, γεμάτη στερήσεις, εξορισμένη στις άθλιες παρισινές σοφίτες, βυθισμένη στη μοναξιά και στην εγκατάλειψη.
Από τα ποιήματα της Βαλμόρ, απουσιάζουν ολότελα τα θέματα εκείνα που κατά κανόνα απασχολούν ένα ποιητή και γενικότερα ένα καλλιεργημένο πνεύμα. Η ποιήτρια δεν αισθάνεται ανησυχίες, και η σκέψη της δεν φτάνει πέρα απ 'το χώρο των γνωριμιών της και του περιβάλλοντός της, απροετοίμαστη, ως είναι, και δίχως εφόδια.
Αυτή ακριβώς όμως η πικάντικη απλότητά της, εκφρασμένη με τόση ειλικρίνεια, λεπτότητα και μετρική επιδεξιοσύνη, αποτελεί και το θέλγητρο της ποίησης της, που αν και περιορισμένη σε έκταση και σε ουσιαστική αξία, είναι γνωστή στη διεθνή λογοτεχνία.
Ο ίδιος ο Βερλαίν θαύμασε τη Βαλμόρ σ' αυτή της την ηχοπλαστική ικανότητα, αλλά και στη διεθνή Γραμματολογία η ποιήτρια έχει μείνει σαν μια από τις πιο διαυγείς και αψιμυθίωτες γυναικείες φωνές.


ΤΑ ΡΟΔΑ ΤΟΥ ΣΑΑΔΗ
(Μετάφραση: Γιώργης Σημηριώτης)

Θέλησα σήμερα πρωί ρόδα να σου μαζώξω!
Μα 'κοψα τόσα κι έβαλα μέσ' στη δετή μου ζώνη,
που σφίχτηκε και πιο πολλά δεν μπόρεσα να σπρώξω.

Κι έσπασε και τα φύλλα τους στον άνεμο πετάξαν,
και πέσαν μέσ' στη θάλασσα, τα κύματα τ' αρπάξαν,
για πάντα παν ! και στον αφρό κυλούν που τα σηκώνει...

Κόκκινη εφάν' η θάλασσα σα να 'ταν φλογισμένη,
μ' απόψε πουν' η αγκάλη μου ακόμα ευωδιασμένη,
γείρε και μύρισε απ' αυτή τη θύμηση τους μόνη!


ΤΑ ΡΟΔΑ ΤΟΥ ΣΑΑΔΗ
– Η αγκαλιά μου –
(Μετάφραση από το πρωτότυπο:
Γιώργης Σακκάς)

Είπα, ετούτο τ' αυγινό που με μεθάει τόσο
να σου τ' ανθίσω ροδαμιά να σ' εύρω να σου κόψω
τις ροδαλές ανταύγειες του μες τη θερμή μου αγκάλη.

Μα τόσα ρόδα ανθίσανε, όσα τα αισθήματά της
που στην παράφορη του ορμή πήρε ο καμπίσιος
μπάτης
κι άπλωσε ροδοπέταλα στο ντροπαλό ακρογιάλι.

Τα 'δεσε πέτρες στων αφρών τα δροσοδακτυλίδια
κι η ευωδιά τους πότισε και τ' άλλα της στολίδια
που σαν θα γύρεις μέσα της θα σε μεθύσουν πάλι.


Ελεύθερη μετάφραση πάνω στο θέμα
"ΠΡΟΣΕΥΧΗ" από το Γιώργη Σακκά

Άγγελε, απόθεσε στο ύπνου τη δίνη
κάτω απ' την πάλλευκη ζεστή φτερούγα
τα χρυσονείρατα που το χαμίνι
γερμένο τόλμησε στην κρύα τη ρούγα.

Μακρυά απ' τους θρήνους του, σ' αγγέλων ρίχτα
την πλατυτέρα, ουράνια αγκάλη
να πάρουν σάρκα μ' οστά και πάλι.
Μιας στέγης ζέστα να 'βρει στη νύχτα.

Τ' ανέστιο ζήλεψε τα κατοικίδια
κλειστά τα ολόφωτα μένουνε σπίτια.
Η μάνα το 'στειλε με τα σπουργίτια
φωλιές που κάνουνε τα κεραμίδια.

Μια μπογαριά ανθρωπιάς, σε τέτοια οδύνη
η πέτρινη σου καρδιά τ' απάδει;
Κλίνε το γόνυ σου μπρος στο χαμίνι
Θεέ! Που σκάρωσες τέτοιο ρημάδι

H  γωνιά του συντάκτη
Από τις ποιητικές συλλογές της Τούλας Σουβαλιώτη-Μπούτου

Τα πρόσωπα

Τα πρόσωπα των περαστικών
εξώφυλλα περιφερόμενων βιβλίων,
κι άλλα πολύχρωμα, θαμπωτικά
κι άλλα στο γκρίζο χρώμα της μονοτονίας.
Πανομοιότυπα εξώφυλλα
των ταπεινών, των καθημερινών
θαρρείς τα φύλλα τους μέσα,
λίγα κι επαναλαμβανόμενα.
Τα πρόσωπα των διαβατικών
μισογραμμένες ιστορίες δίχως τίτλο.
Ημιτελείς συμφωνίες
σε κλίμακες ελάσσονες.
Ενός αόρατου θιάσου οι κομπάρσοι
που μια μυστική σκηνή διασχίζοντας
προσμένουν κάποιο προβολέα
για ν’ ανακαλύψει τη μοναδικότητά τους.
Να φωτίσει τη μηδαμινότητά τους.
Να συμπονέσει την τραγική τους προσωρινότητα...
Τα πρόσωπα των βιαστικών του δρόμου
μικρά, εξορισμένα Σύμπαντα
Της θεϊκής της έλξης αποστάτες.
Ενός χαμένου παραδείσου
άτεχνα κάτοπτρα!


Το Ρόδο

Ανάμεσα σε δύο σιδερόφραχτα φυλάκια.
Ανάμεσα στις δύο αντικριστές όμορες
χώρες
Ένα ρόδο μοναχικό στο παρτέρι
σκόρπιζε την απρόσμενη ευωδιά του
Καταργώντας  έτσι αμετάκλητα
τα ανθρώπινα σύνορα
Δεκαπεντάστιχος

Ήθελα νάμουνα κεντρί στον κήπο της καρδιάς σου.
Έρωτας φέρνει τον καημό, έρωτας τόνε παίρνει.
Φίλησα, διπλοφίλησα τα δυό τα βλέφαρά σου.
Όντας κοντά σου νείρομαι το πότε θα ξανάρθεις.
Δεν είναι δείλι μήτ’ αυγή να μη σε μελετήσω.
Να στέκομαι να σε κοιτώ κι ο νους να ταξιδεύει.
Βόλι του χρόνου αμείλιχτο κάθε στιγμή σκοτώνει.
Αχ, να μη στέρευε η πηγή τα νάματα της νιότης.
Της νιότης τον απόηχο γροικώ μες στη ματιά σου.
Άστραψε το φθινόπωρο να σκιάξει το χειμώνα.
Για της καρδιάς τα κάτεργα με δικαστή το Χρόνο.
Τώρα της νιότης τα γλυκά, παράφωνα τραγούδια.
Να γνέθ’ η θεία βούληση της μοίρας μας τ’ αδράχτι.
Το βλέμμα ξέρει να χτυπά, ξέρει και ν’ αγκαλιάζει.
Τραβώ για το ξεφάντωμα στης μοναξιάς τ’ αλώνι.
Κύριε η παλάμη Σου, όλου του κόσμου Σκέπη.

Νυχτερινό

Πήρα το ζεστό σου χέρι
Αφύλαχτο έτσι κι απροστάτευτο
πάνω στο μαξιλάρι.
Το κλείδωσα σφιχτά στις δυό μου χούφτες
Πίσω από τα κλειστά μου βλέφαρα
η οδύνη άπλωνε τεντωμένο
το αδιάβροχο παραπέτασμα των δακρύων.
Τόση σιωπή και μοναξιά
δια μέσου όλου του κόσμου.
Τόση!
Κι όταν μέσα στην αμφιλύκη
ο αλέκτωρ ελάλησε τρις...
Δεν ήξερα!
Ήταν της προδοσίας η υπόμνηση
ή σάλπισμα κάποιας ασύνορης Αγάπης...

 

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΠΟ ΤΟ FORUM

Διαφήμιση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:


Για άμεση ενημέρωση συμπληρώστε το email σας για να εγγραφείτε στο Newsletter του ΕΝΕΡΓΟΥ ΔΗΜΟΤΗ.

Αναζήτηση άρθρων

Συνδεδεμένοι

Έχουμε 101 επισκέπτες συνδεδεμένους

Γιορτάζουν