Καλώς ήλθατε στον Ενεργό Δημότη

Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 2018
    

ΛΟΥΪ ΑΡΑΓΚΟΝ.

E-mail Εκτύπωση

Γεννήθηκε στο Παρίσι από πλούσια αστική οικογένεια, σπούδασε ιατρική και υπήρξε ένας από τους "κληρωτούς της κλάσεως του δεκαεπτά", που γνώρισε τις πιο σκληρές μέρες του Α΄ παγκοσμίου πολέμου.

Γράφει και επιμελείται
η Τούλα Σουβαλιώτη-Μπούτου
Ιατρός
Έφορος «Φιλολογικού»
του Πειραϊκού Συνδέσμου
Θεατρικός Συγγραφέας – Ποιήτρια

 

Υπηρέτησε στις γαλλικές στρατιωτικές μονάδες του μετώπου της Καμπανίας, όπου στα χαρακώματα σωριάζονταν καθημερινά τα πτώματα εκείνων, που ορκίζονταν να μην επιτρέψουν, αν ζήσουν, να επαναληφθεί αυτή η αποτρόπαιη ανθρωποσφαγή.
Στα 1927 ή συνάντησή του με τον Μαγιακόφσκι υπήρξε αποφασιστική για τον Αραγκόν, που είχε συγκλονιστεί από την προσωπικότητα του Ρώσου ποιητή.
Ύστερα από την εμφάνιση των βιβλίων του "Με χολιασμένη καρδιά" και "Τα μάτια της Έλσας", η ποίησή του δείχνει πώς εισδύει ξεφλουδίζοντας την πραγματικότητα, σιμώνει την ποιητική συγκίνηση με τη γνώση, και αποβλέπει στην ένωση λόγου και ήχου, που διεγείρουν την καρδιά.
Στα 32 του χρόνια, ο  Αραγκόν, αρχίζει με σουρεαλιστικά υπονοούμενα μια διπλή προσχώρηση: στην κουλτούρα και στην πολιτική της εργατικής τάξης. Πιστεύει πως αρκεί ο λόγος για ν' αλλάξει ο κόσμος... Στο τέλος καταλαβαίνει πως δεν υπάρχει άλλη δύναμη για τον άνθρωπο, έξω από κείνη που διαθέτουν όλοι οι άνθρωποι μαζί. Μπροστά στην αδικία, την κτηνωδία, την αθλιότητα, ο ποιητής δεν μπορεί να κάνει θαύματα. Μπορεί, όμως, να κάνει το ανθρώπινο και αδελφικό χρέος του.
Αυτό το χρέος το κάνει ο Αραγκόν: Ιδρύει την επιθεώρηση "Κομμούνα" και χτυπιέται για το Λαϊκό Μέτωπο σαν καλλιτέχνης, σαν δημοσιογράφος και σαν πολιτικός. Την εποχή του ισπανικού εμφυλίου πολέμου εργάζεται με κάθε τρόπο και μέσο για να ενισχύσει την αγωνιζόμενη δημοκρατία σε  κείνη την ιστορική σύγκρουση. Τον καιρό τής γερμανικής κατοχής της Γαλλίας προσχωρεί ολόψυχα στην Αντίσταση του γαλλικού λαού εναντίον των εισβολέων. Στα 1958 τιμήθηκε με το Βραβείο Λένιν για την Ειρήνη.
Η πολιτική ιστορία του Αραγκόν είναι τόσο συνυφασμένη με τη λογοτεχνική, ώστε είναι αδύνατο να ξεχωρίσεις τη μια από την άλλη. Ψηλός, λιγνός, γοητευτικός, αβρός, βίαιος, ευερέθιστος, γενναιόδωρος και μαζί ανίκανος να συγχωρέσει την πιο μικρή ταλάντευση και προδοσία, είναι ο άνθρωπος που προκάλεσε τις περισσότερες συζητήσεις στη Γαλλία.
Στα 1967 καταδίκασε τη στρατιωτική επέμβαση της ΕΣΣΔ στην Τσεχοσλοβακία και μάλιστα με δριμύτητα.
Η αστική κριτική, προκαταλειμμένη, είχε κατορθώσει με τις εισηγήσεις της για τον Αραγκόν να τον παρουσιάζει, πως σαν ποιητής δεν μπόρεσε τάχα να εκταθεί σε ύψος, πλάτος και βάθος ανάλογο με τις αξιώσεις των ιστορικών στιγμών και πως το νεύρο του ποιητικού του λόγου δεν ανταποκρίθηκε στους δραματικούς κραδασμούς των γεγονότων μιας μεγάλης εποχής με την αγνότητα και την αισθηματική ειλικρίνεια ενός Eλυάρ.
Παρ' όλες όμως τις ύποπτες προθέσεις της εχθρικής προς τον Αραγκόν κριτικής του γαλλικού αστισμού, και τα κάποτε σωστά επιχειρήματά του, δεν μπορεί να μην εκτιμηθεί η θαρραλέα απόφασή του να εγκαταλείψει το αριστοκρατικό κίνημα του σουρεαλισμού και να προσχωρήσει στη ζωντανή πραγματικότητα, την οποία πάσχισε, όσο μπορούσε να ανεβάσει στην ποιητική σφαίρα. Για όλα αυτά, παρ' όλες τις επιφυλάξεις που διατυπώθηκαν παγκόσμια, ο Αραγκόν δίκαια θεωρήθηκε ο πνευματικός ηγέτης της προοδευτικής Γαλλίας.


ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ EΛΣΑΣ
(Μετάφραση: Αλέξανδρος Μπάρας)

Τόσο βαθιά τα μάτια σου πού 'σκυψα να πιω πάνω
Κι είδα όλους τους ήλιους σ' αυτά ν' αντιφεγγούν
Και τους απελπισμένους να πέφτουν να πνιγούν
Τόσο βαθιά τα μάτια σου που εκεί τη μνήμη χάνω

Κάτω από σύννεφο πουλιών μουντός ωκεανός
Και φέξιμο ύστερα ουρανών στα μάτια σου ανεφέλων
Το θέρος κόβει σύννεφα στις ρόμπες των αγγέλων
Πάνω απ' τα στάχυα ο ουρανός τόσο είναι γαλανός

Πασχίζει η αύρα του γλαυκού τα νέφη ν' αλαφιάσει
Τα μάτια σου πιο διάφανα στο δάκρυ τους υγρά
Που κι ο ουρανός ο απόβροχος ζηλιάρης τα τηρά
Γαλάζιο τόσο το γυαλί στο μέρος πού 'χει σπάσει

Μάνα των εφτά πόνων σελαγισμέ μου υγρέ
Εφτά ρομφαίες πέρασαν το πρίσμα των χρωμάτων
Οι ωραίες μέρες έχουνε πικρό το χάραμά των
Η μελανόστικτη ίριδα στα μαύρα είναι πιο μπλε

Τα πονεμένα μάτια σου ρήγμα διπλό ανοιγμένο
Απ' όπου μεταγίνεται το θαύμα σαν με μιας
Οι Μάγοι οι τρεις αντίκρισαν με χτύπο τής καρδιάς
Το φόρεμα της Παναγιάς στη φάτνη κρεμασμένο

Λόγια ατού Μάη τη μουσική και στον πολύ καημό
Θα 'φτανε κι ένα μοναχό στόμα να δώσει πλέρια
Μονάχα εν άπειρο στενό και θα 'πρεπαν στ' αστέρια
Τα μάτια σου με των Διδύμων τον αστερισμό

Ούτε παιδί πού εκστατικό θαυμάζει ωραίες εικόνες
Δε στήνει μάτια σαν κι εσέ μεγάλα φωτερά
Δεν ξέρω αν λες ψέματα σα γίνονται γλαρά
Άγριες θαρρείς απ' τη βροχή κι ανοίγονται ανεμώνες

Να κρύβονται άραγε αστραπές μες στη λεβάντα αυτή
Πού εντόμων μέσα της σφοδρός ερωτισμός ανάφτει
Στων διαττόντων πιάστηκα το δίχτυ σαν το ναύτη
Μεσαύγουστο από κύματα πού 'χει άξαφνα αρπαχτεί
Τράβηξα αυτό το ράδιο από ουρανίτη ουσία
Τα δάχτυλά μου καίγοντας σ' απρόσιτη φωτιά
Κοντά μου είσαι παράδεισε κι ωστόσο είσαι μακριά
Περού μου είναι τα μάτια σου Γολκόνδη μου κι Ινδία

Κι ήρθ' ένα βράδυ που το σύμπαν έγινε κομμάτια
Σε βράχους που τους κόρωσαν οι ναυαγοί μα εγώ
Ψηλά απ' τη θάλασσα έβλεπα ζευγάρι λαμπερό
Τα μάτια της Έλσας τα μάτια της Έλσας τα μάτια


ΜΑΚΙ
(Μετάφραση: Γιώργης Σακκάς)

Στις άδολες καρδιές, του τόπου οι Νέοι,
που καταχώνιασαν το δίκιο τ' άχτι
οι αδούλωτοι Γαλάτες, οι Νεολαίοι
φοίνικες, θάψαν τις καρδιές στη στάχτη.

Στων Πυρρηναίων τς αετοβίγλες, μόνα
μακρυά από μάνες και ροδόστηθες κοπέλλες
ο λογισμός τους που στον παγερό χειμώνα
των αγριμιών χουλιάζει τις αγέλες

απλώνουν μπράτσα θριαμβικά κι ορθώνει
δαμόκλεια όπως την κράδαινε η Γαλλία
της λευτεριάς τη σπάθα κι αναβιώνει
μες τα αιματοβαμμένα μεγαλεία.

Εκδικητή ουρανέ! Κάψαλο η χώρα
το αίμα που θρέφει το δενδρί μας δεν ταγγίζει.
Σε ποια χαλάσματα τα νια βλαστάρια τώρα
στο χιόνι, ο χάρος, τυλιγμένα νανουρίζει;

Η προδοσιά ντυμένη στο καθήκον
τη νύχτα μέρα λέει, το έγκλημα αγάπη.
"Τάξη" διανθίζει τα ήθη των αγροίκων
το μένος, δίκιο ορίζει, του Σατράπη.

Όμως, Γαλλία δεν έκλινες το γόνυ.
Η Ηώς, στα σκότη της σκλαβιάς δε λέει να δύσει.
Στα Βουλεβάρτα σου ο Μακί τη δάδα υψώνει
της ανθρωπιάς, που φώτισες την κτήση.

 

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΠΟ ΤΟ FORUM

Διαφήμιση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:


Για άμεση ενημέρωση συμπληρώστε το email σας για να εγγραφείτε στο Newsletter του ΕΝΕΡΓΟΥ ΔΗΜΟΤΗ.

Αναζήτηση άρθρων

Συνδεδεμένοι

Έχουμε 99 επισκέπτες συνδεδεμένους

Γιορτάζουν